Το Enallaktiko.gr μπορεί να λειτουργήσει σωστά μόνο με ενεργοποιημένη την

JAVASCRIPT

Ενεργοποίησέ την μέσα από τις ρυθμίσεις του περιηγητή σου!
Πώς νοθεύεται το μέλι ή γιατί το μέλι πρέπει να είναι ακριβό;

Το καλάθι μου

Πώς νοθεύεται το μέλι ή γιατί το μέλι πρέπει να είναι ακριβό;


Παρά την παγκόσμια μείωση του πληθυσμού των μελισσών από την ευρεία χρήση φυτοφαρμάκων και εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής, η Κίνα (ο μεγαλύτερος εξαγωγέας μελιού παγκοσμίως) έχει από το 2000 σχεδόν διπλασιάσει την παραγωγή μελιού της, όταν μέσα στο ίδιο διάστημα ο αριθμός των κυψελών της υπολογίζεται αυξημένος μόλις κατά 23% (από 7,5 σε 9,2 εκατομμύρια κυψέλες).

Κάτι τέτοιο βέβαια μπορεί να σημαίνει είτε πως οι μέλισσες στη χώρα του μεταξιού παράγουν σήμερα περισσότερο μέλι σε ποσοστό που ξεπερνά το 55%, είτε πως το μέλι που εξάγεται σήμερα από την Κίνα είναι τουλάχιστον κατά 55% πιο νοθευμένο σε σχέση με πριν από 20 χρόνια.

Το κόστος του μελιού

Το μέλι αποτελεί ένα προϊόν του πρωτογενούς τομέα, του οποίου η παραγωγή – από επιχειρηματικής πάντα άποψης – ενέχει σημαντικό ρίσκο, ενώ συχνά απαιτεί – εκτός από το βασικό εξοπλισμό – και την τακτική μετακίνηση των μελισσιών (νομαδική μελισσοκομία), γεγονός που αυξάνει σημαντικά το κόστος του τόσο για τον παραγωγό, όσο και για τον καταναλωτή.

Παρόλο που το μέλι δεν είναι ακριβώς αγροτικό προϊόν, η παραγωγή του είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη χλωρίδα, τη βιοποικιλότητα, καθώς και με τις καιρικές συνθήκες της εκάστοτε περιοχής. Οι παράγοντες αυτοί, μαζί με την ίδια την Αγορά και τους νόμους που διέπουν τη λειτουργία της, δεν επηρεάζουν απλώς τα ποιοτικά του χαρακτηριστικά, αλλά δημιουργούν και ένα ιδιαίτερα ασταθές επιχειρηματικό περιβάλλον για τον παραγωγό.

Όπως είναι φυσικό, ένας μελισσοκόμος θα πρέπει να ορίσει την τιμή του προϊόντος του σε τέτοιο σημείο που η εκμετάλλευση της εκ φύσεως περιορισμένης του παραγωγής να έχει κάποιο νόημα.

Απ' όλα τα παραπάνω, μπορούμε να συμπεράνουμε πως αν και ένα ακριβό μέλι δεν είναι οπωσδήποτε ανώτερης ποιότητας, ένα ανώτερης ποιότητας μέλι δε μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι φθηνό. Πώς καταφέρνουν όμως κάποιοι να πουλάνε μέλι με λιγότερο από €7/kg;

Η διατροφή της μέλισσας

Το μέλι είναι ένα υγρό προϊόν και, όπως όλα τα υγρά, μπορεί να νοθευτεί πάρα πολύ εύκολα. Η ίδια η μελισσοκομία μάλιστα δημιουργεί ως ένα βαθμό την ανάγκη κάποιου είδους νοθείας που όμως καλό είναι να αποσαφηνίσουμε για την αποφυγή παρεξηγήσεων.

Η μελισσοκομία είναι κλοπή

Παραφράζοντας το "η ιδιοκτησία είναι κλοπή" του Πιερ-Ζοζέφ Προυντόν (1809-1865) στο έργο του "Περί ιδιοκτησίας", θα μπορούσαμε να παραδεχτούμε με μία δόση κυνισμού πως η ίδια η μελισσοκομία αποτελεί ένα είδος κλοπής. Όταν οι μέλισσες συλλέγουν νέκταρ ή μελιτώματα για να παράξουν μέλι, το κάνουν για να μπορέσουν να τραφούν καθ' όλη τη διάρκεια του έτους.

Όταν όμως ένας μελισσοκόμος "κλέβει" τα ¾ της βασικής τροφής του εντόμου, θα πρέπει οπωσδήποτε να την αντικαταστήσει με κάτι άλλο, διαφορετικά το έντομο πολύ σύντομα θα πεθάνει είτε από ασιτία, είτε λόγω εξάντλησης από την υπερπροσπάθεια να αναπληρώσει το μέλι που απόλεσε. Αποδεχόμενοι κατ' αρχήν την ίδια τη μελισσοκομία, αυτό είναι σε κάποιο βαθμό λογικό, ωστόσο σημαίνει πως για μία μεγάλη περίοδο του έτους, οι παραγωγικές μέλισσες τρέφονται με κάποιο "υποκατάστατο" του μελιού κυρίως με βάση την κοινή ζάχαρη που παίρνουμε από τα ζαχαρότευτλα και τα ζαχαροκάλαμα ή με ένα είδος γλυκόζης που λαμβάνεται από το καλαμπόκι, την ισογλυκόζη.

Από διατροφικής άποψης, η ζάχαρη και η ισογλυκόζη παρέχουν μεν σε ένα μελίσσι την απαραίτητη ενέργεια για να ξεχειμωνιάσει, χωρίς όμως τις βιταμίνες, τα μέταλλα και τα ιχνοστοιχεία του μελιού. Όταν καταναλώνουμε λοιπόν ένα μέλι, έχουμε αποδεχτεί πως αυτό που τρώμε είναι ένα προϊόν που παράγεται από μέλισσες που για κάποιο διάστημα τρέφονται σε κάποιο βαθμό με ζάχαρη και συμπληρώματα. Το σε ποιο βαθμό αποδεχόμαστε κάτι τέτοιο σχετίζεται άμεσα και με το αντίτιμο, το οποίο είμαστε διατεθειμένοι να πληρώσουμε για την απόκτησή του.

Η ορθή μελισσοκομική πρακτική συνιστά την παροχή τροφής να σταματά πριν την περίοδο της ανθοφορίας (δηλ. το αργότερο τον Απρίλη) και αρκετό καιρό πριν ληφθεί το πρώτο μέλι του έτους. Διαφορετικά είναι πολύ πιθανό να υπάρξουν στο μέλι υπολείμματα ζάχαρης ή ισογλυκόζης, κάτι που συνιστά όχι μόνο κακή μελισσοκομική πρακτική, αλλά και νοθεία.

Η επανάσταση της ζάχαρης

Πίσω στη δεκαετία του ’60 και πριν την "ανακάλυψη" της ζάχαρης από τους μελισσοκόμους, μία συνήθης πρακτική ήταν να αφήνονται μέσα στην κυψέλη έως και τα ⅔ του μελιού για να τραφεί το ίδιο το μελίσσι. Οι μέλισσες, από τη φύση τους εργάζονταν πιο σκληρά για να συμπληρώσουν το μέλι που χάθηκε, αλλά χωρίς την εξοντωτική καταπόνηση των ημερών μας και φυσικά χωρίς να στερούνται από τα διατροφικά στοιχεία που τους είναι απαραίτητα.

Αν όμως ένας μελισσοκόμος επιλέξει σήμερα να αφήσει όχι το ¼ του μελιού, αλλά τα ⅔ αυτού για να τραφεί καλύτερα το μελίσσι του κατά τη διάρκεια του Χειμώνα, είναι – δεδομένης της ιδιαίτερα αυξημένης Ζήτησης – σαν να αφήνει χρήματα μέσα στην κυψέλη. Λαμβάνοντας υπόψιν πως το κόστος της ζάχαρης δεν ξεπερνά τα €0,70 ανά kg, η χρήση μελιού θα είχε μεν πολλαπλά οφέλη τόσο για τις ίδιες τις μέλισσες, όσο και για την ποιότητα του τελικού προϊόντος, αλλά θα εκτόξευε το αντίστοιχο κόστος, το οποίο πολύς κόσμος δεν προτίθεται να πληρώσει.

Η υπερδιήθηση

Όταν ένα μέλι προορίζεται για πώληση σε μεγάλης κλίμακας Αγορές, περνά οπωσδήποτε από τη διαδικασία της παστερίωσης και της διήθησης. Η πρώτη διαδικασία δεν είναι άλλη από τη θερμική επεξεργασία του μελιού για την αποφυγή του φαινομένου της κρυστάλλωσης, ενώ η δεύτερη είναι το φιλτράρισμα του προϊόντος με σκοπό την αφαίρεση γύρης και άλλων στοιχείων που βρίσκονται στο ακατέργαστο μέλι. Και οι δύο αυτές τεχνικές αφαιρούν ένα μεγάλο – αν όχι το μεγαλύτερο – ποσοστό των θρεπτικών συστατικών του μελιού, αλλά σε καμία περίπτωση δε μπορούν να χαρακτηριστούν ως νοθεία.

Η υπερδιήθηση από την άλλη είναι το φιλτράρισμα του μελιού σε τέτοιο βαθμό που να μην υπάρχει σε αυτό κανένα ίχνος γυρεόκοκκων. Η συγκεκριμένη τεχνική, η οποία απαιτεί ειδική υλικοτεχνική υποδομή και τουλάχιστον μεσαίας κλίμακας εγκαταστάσεις – αν και δεν αποτελεί νοθεία – καθιστά ένα μέλι κάτι παραπάνω "ύποπτο", κάτι που θα εξηγήσουμε ευθύς αμέσως.

Σε έρευνα του 2015 με τη συμμετοχή όλων των χωρών της Ε.Ε. μαζί με αυτήν της Νορβηγίας και της Ελβετίας, κατά την οποία εξετάστηκαν 2.264 δειγμάτων μελιού, προέκυψε πως το 14% αυτών ήταν νοθευμένα. Από τα 97 ελληνικά δείγματα που αναλύθηκαν, τα 56 κρίθηκαν "ύποπτα" (58%).

Το μη ανιχνεύσιμο μέλι

Οι γυρεόκοκκοι που εμπεριέχονται σε ένα μέλι λειτουργούν σαν GPS, καθώς με μία απλή ανάλυση μπορούν να υποδείξουν την ακριβή βοτανική και γεωγραφική του προέλευση. Η απόκρυψη αυτών των στοιχείων μέσω της υπερδιήθησης, αφαιρεί τη δυνατότητα ιχνηλασιμότητας του προϊόντος και ως εκ τούτου θα μπορούσαμε να πούμε πως ισοδυναμεί όχι μόνο με την απενεργοποίηση του GPS ενός αυτοκινήτου, αλλά και με την αφαίρεση του αριθμού πλαισίου του. Ως εκ τούτου, μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα πως ένα μη ανιχνεύσιμο μέλι δε μπορεί παρά να είναι ένα νοθευμένο μέλι.  

Σύμφωνα με μελέτη του 2011, σχεδόν το 76% των μελιών που κυκλοφορεί στις Η.Π.Α. υποβάλλεται σε υπερδιήθηση.

Η νοθεία μέσω της ανάμειξης μελιών διαφορετικής βοτανικής προέλευσης

Αν και η ανάμειξη μελιών διαφορετικής βοτανικής προέλευσης δεν είναι κάτι το μεμπτό, αυτή θα πρέπει να ακολουθείται από τη σήμανση του τελικού προϊόντος ως πολυποικιλιακό, μεικτής βοτανικής προέλευσης, μεικτής ανθοφορίας κ.ο.κ.. 

Στο εμπόριο θα βρει κανείς θυμαρίσια μέλια με εξαιρετικά μεγάλη απόκλιση τιμών. Αυτό από τη μία έχει να κάνει όχι μόνο με το είδος της ανθοφορίας, αλλά και με τη γεωγραφική του προέλευση που σχετίζεται άμεσα και με την απόδοση του σε kg. Στο κομμάτι πάντως που άπτεται της ποιότητάς του, η ερώτηση που πρέπει να κάνουμε είναι "πόσο θυμαρίσιο είναι το θυμαρίσιο μέλι που μόλις αγόρασα;".

Βεβαίως, αυτή είναι πολλές φορές μία άβολη ερώτηση, η οποία όμως μπορεί να απαντηθεί εύκολα με τη βοήθεια μίας απλής χημικής ανάλυσης. Και δυστυχώς η απάντηση μπορεί να μην είναι πάντα ευχάριστη. Με εξαίρεση την περίπτωση που στην περιοχή όπου ζουν και τρέφονται οι μέλισσες δεν υπάρχει τίποτε άλλο εκτός από θυμάρι, ένα "θυμαρίσιο μέλι" είναι μονάχα κατά ένα ποσοστό τέτοιο, κάτι που ισχύει και για οποιοδήποτε μέλι με αναφορά συγκεκριμένης βοτανικής προέλευσης.

Σύμφωνα με τον ισχύοντα Κώδικα Τροφίμων, για να μπορεί ένα μέλι να αναφέρεται ως θυμαρίσιο, το ποσοστό των γυρεόκοκκων θυμαριού που υπάρχουν σε αυτό θα πρέπει να είναι τουλάχιστον το 18% των συνολικών γυρεόκοκκών του. Αυτό όμως σημαίνει πως αν ένας μελισσοκόμος τρυγήσει ένα μέλι με ποσοστό γυρεόκοκκων γύρω στο 60%, δεν έχει από επιχειρηματικής άποψης κάποιον ιδιαίτερο λόγο να μην το αραιώσει με ένα άλλο μέλι οποιασδήποτε ποιότητας και προέλευσης μέχρι το τελικό του προϊόν να φτάσει αυτό το 18%. Βέβαια, κάτι τέτοιο δε συνιστά νοθεία μέχρι το σημείο που το μέλι που θα προστεθεί δεν είναι το ίδιο προϊόν νοθείας, κάτι όμως που είναι δυστυχώς σε πολλές περιπτώσεις πρακτικά αδύνατο να φανεί ακόμη και από προηγμένες εργαστηριακές αναλύσεις. 

Στο εμπόριο υπάρχουν μέλια που αναγράφουν την ακριβή περιεκτικότητά τους σε γυρεόκοκκους και που μπορεί να ξεπερνά ακόμη και το 60%, αλλά δυστυχώς η τιμή τους τα καθιστά περισσότερο συλλεκτικά παρά βρώσιμα. 

Η νοθεία μέσω της ανάμειξης μελιών διαφορετικής γεωγραφικής προέλευσης

Όσον αφορά στη γεωγραφική προέλευση ενός μελιού, θα πρέπει και εδώ να ξεκαθαρίσουμε πως ένα εισαγόμενο μέλι δεν είναι εξ ορισμού κατώτερης ποιότητας. Αν και η χώρα μας – χάρη στο κλίμα, στην ιδιαίτερη βιοποικιλότητά της και στο γεγονός πως μεγάλο μέρος της μελισσοκομικής δραστηριότητας ασκείται από οικογενειακές επιχειρήσεις με άμεση επαφή με τον τελικό αγοραστή – φημίζεται για την ποιότητα του μελιού της, υπάρχουν περιπτώσεις μελιών όπως είναι το μέλι Manuka από τη Νέα Ζηλανδία που επιβεβαιώνουν την παραπάνω παραδοχή.

Σε περίπτωση ανάμειξης μελιών με προέλευση εκτός Ελλάδας, θα πρέπει πάντως να γίνεται σαφές στον καταναλωτή πως το προϊόν που αγοράζει περιέχει είδη από χώρες εντός ή εκτός Ε.Ε.. Αν στην ετικέτα ενός μελιού αναφέρεται πως η προέλευσή του είναι εντός Ε.Ε. αυτό δε σημαίνει πως είναι ελληνικό. Αν ήταν ελληνικό να είστε βέβαιοι πως θα το έγραφε. Αν πάλι ένα μέλι φέρει τη σήμανση "προέλευση εκτός Ε.Ε.", τότε αυτό είτε είναι προϊόν Κίνας, είτε είναι προϊόν εφάμιλλης ποιότητας με ένα κινέζικο προϊόν. Κι αν αναρωτιέστε πού βασίζω αυτή μου τη βεβαιότητα, απλώς αναφέρω πως η τιμή του κινέζικου μελιού έχει ένα κόστος για τον παραγωγό που συνήθως δεν ξεπερνά τα €2,00/kg. Γιατί λοιπόν να προτιμήσει κάτι άλλο;

Άλλοι τρόποι νόθευσης

Όπως είδαμε, η ανάμειξη μελιών διαφορετικής βοτανικής και γεωγραφικής προέλευσης μπορούν να αποτελέσουν ιδιαίτερα κερδοφόρες πρακτικές, ωστόσο η ανάμειξη του μελιού με άλλες ακόμη πιο οικονομικές ουσίες είναι κατά πολύ πιο επικερδής.

Μία τεχνική που εφαρμόζεται για την επίτευξη του μέγιστου δυνατού κέρδους είναι η πρώιμη συγκομιδή του ανώριμου μελιού από τις κυψέλες, η οποία συνοδεύεται συνήθως από τεχνικές επεξεργασίας όπως είναι η τεχνητή αφύγρανση και η μετέπειτα προσθήκη φθηνών γλυκαντικών όπως είναι το σιρόπι γλυκόζης και φρουκτόζης.

Σε άλλες περιπτώσεις, συνήθως μεγάλης κλίμακας, το μέλι μπορεί να νοθευτεί με ισογλυκόζη, σιρόπι ρυζιού ή παντζαριού. Πολλές φορές μάλιστα, για να μοιάζει το τελικό προϊόν με μέλι, προστίθεται σε αυτό καραμελόχρωμα και άλλα τεχνητά αρώματα. Κι αυτό δεν αποτελεί μία πρακτική που εφαρμόζεται μόνο στη μακρινή Κίνα, αλλά δυστυχώς και στη χώρα μας.

Στο βίντεο που ακολουθεί γίνεται σαφές το πόσο εύκολο είναι να φτιάξει κάποιος μέσα σε λίγα μόλις λεπτά ακόμη και από την άνεση του σπιτιού του, ένα προϊόν που θα μπορούσε πολύ εύκολα να πωληθεί ως μέλι. 

Συμπέρασμα

Συνολικά στην Ε.Ε. παράγονται κάθε χρόνο περίπου 250.000 τόνοι μελιού, ενώ η αντίστοιχη ποσότητα που πωλείται εντός των συνόρων της είναι περίπου 450.000 τόνοι. Αυτό σημαίνει πως όλες μαζί οι χώρες της Ε.Ε. είναι αυτάρκεις σε ποσοστό μικρότερο του 60%. Οι 200.000 τόνοι μελιού που δεν επαρκούν, εισάγονται κάθε χρόνο από χώρες εκτός Ε.Ε. (οι 100.000 εξ αυτών εισάγονται επισήμως από την Κίνα).

Η έλλειψη αυτή, παράλληλα με το ελλιπές νομοθετικό πλαίσιο, τους ανύπαρκτους ελέγχους, τις "χαλαρές" κυρώσεις και την πίεση που ασκείται στην τιμή του μελιού από την εισαγωγή φθηνών "μελιών", αλλά κυρίως η Ζήτηση που διαμορφώνεται και από τους ίδιους τους καταναλωτές, οπωσδήποτε ωθεί όλο και περισσότερους παραγωγούς προς τη λάθος κατεύθυνση. 

Αυτό που εμείς μπορούμε να κάνουμε είναι να εκπαιδεύσουμε τη γεύση και την όσφρησή μας, επιλέγοντας μέλι από μικρούς τοπικούς παραγωγούς που έχουν επιλέξει το δρόμο της βιωσιμότητας και της επίτευξης της μέγιστης δυνατής ποιότητας για τα προϊόντα τους. Αυτό όμως, όπως είναι φυσικό, έχει ένα αυξημένο κόστος για όλους... εκτός από τις ίδιες τις μέλισσες. Και γι' αυτό το λόγο ένα μέλι πρέπει να είναι ακριβό.

Σε άλλη ανάρτηση θα δούμε με ποιον τρόπο μπορούμε, χωρίς τη χρήση εξοπλισμού, να συμπεράνουμε αν ένα μέλι είναι προϊόν νοθείας. 

Τέλος, στο ηλεκτρονικό κατάστημα του Enallaktiko.gr θα βρείτε μέλι άριστης ποιότητας από τοπικούς παραγωγούς, οι οποίοι εφαρμόζουν ορθές μελισσοκομικές πρακτικές. 

Δημήτρης Τριανταφυλλίδης

Ο Δημήτρης Τριανταφυλλίδης είναι αρθρογράφος και υπεύθυνος του ηλεκτρονικού καταστήματος του Enallaktiko.gr

Σου αρέσει η σελίδα μας; Αν ναι, τότε ακολούθησέ μας στο Facebook!

Σχόλια: