Από τις πρώτες κιόλας ημέρες της ζωής μας, διαθέτουμε έμφυτους μηχανισμούς ρύθμισης της πείνας και του κορεσμού μας που βρίσκονται σε ισορροπία με τις ανάγκες που έχει το σώμα μας.
Με απλά λόγια, αναζητούμε την τροφή όταν πραγματικά πεινάμε και όταν πλέον αυτή η ανάγκη έχει καλυφθεί, τότε σταματάμε να τρώμε.
Ένα μωρό γεννιέται, γνωρίζοντας πότε να σταματήσει το φαγητό, αρκεί να το αφήσουμε να καθορίσει εκείνο τον ρυθμό σίτισης που έχει ανάγκη.
Βεβαίως, το κάθε γεύμα δεν αποτελεί απλώς μία διαδικασία κάλυψης των ενεργειακών αναγκών, αλλά και μία μορφή επικοινωνίας ανάμεσα στο βρέφος και στον γονέα.
Τα υγιή βρέφη λοιπόν γεννιούνται με την ικανότητα να αναγνωρίζουν πότε πεινούν και πότε έχουν χορτάσει. Μέσα από μικρές κινήσεις, εκφράσεις και συμπεριφορές μάς «ενημερώνουν» ότι χρειάζονται τροφή ή ότι η ανάγκη τους έχει πλέον καλυφθεί.
Όσο οι γονείς ανταποκρίνονται με συνέπεια και ευαισθησία σε αυτά τα σήματα, τόσο βοηθούν το παιδί να διατηρήσει τη φυσική του ικανότητα να ρυθμίζει την ποσότητα τροφής που καταναλώνει.
Responsive Feeding
Αυτή ακριβώς η προσέγγιση είναι γνωστή ως
ανταποκρινόμενη σίτιση (Responsive Feeding) και θεωρείται μία από τις σημαντικότερες πρακτικές για την ανάπτυξη μιας υγιούς σχέσης με το φαγητό ήδη από τη βρεφική ηλικία.
Η ανταποκρινόμενη σίτιση αποτελεί μία αμφίδρομη διαδικασία ανάμεσα στον γονέα ή τον φροντιστή και το παιδί. Δεν αφορά μόνο το τι τρώει το παιδί, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιείται κάθε γεύμα.
Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, το παιδί εκφράζει μέσα από τη συμπεριφορά του πότε πεινά και πότε έχει χορτάσει, ενώ ο γονέας καλείται να αναγνωρίσει αυτά τα σήματα και να ανταποκριθεί κατάλληλα, χωρίς πίεση ή εξαναγκασμό.
Σημάδια πείνας & κορεσμού
Κάποια από τα σημάδια πείνας στα βρέφη είναι το πιπίλισμα του δαχτύλου, η αναζήτηση του στήθους της μητέρας τους, η εγρήγορση και τελευταίο το κλάμα. Παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας συχνά αναζητούν από μόνα τους φαγητό.
Από την άλλη, σημάδια πληρότητας είναι όταν βλέπουμε το βρέφος να απομακρύνει το κεφάλι του από το στήθος της μητέρας του, όταν επιβραδύνεται ο ρυθμός που θηλάζει και όταν κοιμάται. Παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας συχνά απομακρύνουν το κουτάλι με το φαγητό που τους προσφέρεται, γυρίζουν το κεφάλι, ξεκινούν το παιχνίδι με την τροφή τους ή απλώς λένε ότι χόρτασαν.
Τα οφέλη
Η ανταποκρινόμενη σίτιση αδιαμφισβήτητα βοηθά το παιδί να διατηρήσει τη φυσική του ικανότητα αυτορρύθμισης, δηλαδή να μαθαίνει σταδιακά να εμπιστεύεται τα σήματα του σώματός του, ενώ ταυτόχρονα δημιουργείται ένα κλίμα ασφάλειας και εμπιστοσύνης γύρω από το φαγητό.
Παράλληλα, μειώνονται οι εντάσεις γύρω από το τραπέζι και το γεύμα μετατρέπεται από μία διαδικασία πίεσης ή διαπραγμάτευσης σε μία ευχάριστη καθημερινή εμπειρία, κάτι που μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τη σχέση που θα αναπτύξει με το φαγητό αργότερα.
Εφαρμογή στην πράξη
Κάποιες από τις πρακτικές που θα μπορούσε να εφαρμόσει ένας νέος γονέας που επιθυμεί να εντάξει την ανταποκρινόμενη σίτιση στη διατροφική ρουτίνα του παιδιού του είναι:
Να δημιουργήσει για το παιδί ένα ήρεμο περιβάλλον χωρίς περισπασμούς
(π.χ. τηλεόραση, tablet, κινητό κ.α.), διατηρώντας παράλληλα σταθερές ώρες γευμάτων
Να κατανοήσει τον ρόλο του να αναγνωρίζει τις ενδείξεις πείνας και πληρότητας του παιδιού και να αποφασίζει για το
τι φαγητό θα του προσφέρει, αφήνοντας περιθώριο στο παιδί να αποφασίζει
αν θα φάει και
πόσο
Να υπάρχει ενθάρρυνση ως προς την αυτοσίτιση του παιδιού ανάλογη με την ηλικία του, χωρίς πίεση ή εξαναγκασμό
Να υπάρχει ποικιλία στην προσφορά τροφίμων και πολλαπλή έκθεση σε τρόφιμα ακόμα κι αν το παιδί έχει δείξει κάποιου είδους αποστροφή τις πρώτες φορές
Σημεία αποφυγής
Η πίεση που ασκείται συχνά στο παιδί να φάει περισσότερο ή λιγότερο απ’ όσο επιθυμεί, ενέχει τον κίνδυνο το παιδί να αρχίσει σταδιακά να αγνοεί τα φυσικά σήματα της πείνας ή του κορεσμού, μεταφέροντας το επίκεντρο της προσοχής του από τα μηνύματα του σώματός του, στις απαιτήσεις του ενήλικα.
Σχόλια (0)